Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος, στην τελευταία Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, παραδέχεται κάτι που ως Ένωση Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης λέμε εδώ και καιρό: η ακρίβεια στην κτηματαγορά δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που έχουν μετατρέψει τη στέγη σε επενδυτικό προϊόν και πεδίο κερδοσκοπίας.
Η έκθεση εντοπίζει τα αίτια της ακρίβειας στην «επενδυτική εκμετάλλευση της κατοικίας» και στην «απόσυρση των ακινήτων που εξασφαλίζουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια από την αγορά».
Με άλλα λόγια:
Η στεγαστική κρίση είναι η άλλη όψη του νομίσματος των «επιτυχημένων» πολιτικών που αποσκοπούσαν στην προσέλκυση επενδυτών, την αναθέρμανση της κτηματαγοράς και τη ρευστοποίηση υποθηκευμένων ακινήτων. Δηλαδή του προγράμματος Golden Visa (2013), της απελευθέρωσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων (2015-2017), των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών (2017), του προγράμματος «Ηρακλής» (2019), της θεσμοθέτησης των servicers και του νέου πτωχευτικού νόμου (2020) που κατήργησε την προστασία της πρώτης κατοικίας. Όλες αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» δημιούργησαν ευκαιρίες κερδοφορίας για τους λίγους, αλλά έπληξαν ανεπανόρθωτα τη στεγαστική ασφάλεια της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Εδώ βρίσκονται λοιπόν τα ακίνητα που «λείπουν» από την αγορά: 250.000 ακίνητα στις πλατφόρμες τύπου Airbnb, 30.000 περίπου στα χέρια servicers και τραπεζών, και άλλα 30.000 έχουν αλλάξει χέρια μέσω του προγράμματος Golden Visa. Και δεν πρόκειται για το περιβόητο «κενό απόθεμα» σπιτιών με προβλήματα συντήρησης ή κληρονομικά, αλλά για σπίτια στα οποία μέχρι πρότινος διέμεναν νοικοκυριά, και σήμερα εξυπηρετούν τα επιχειρηματικά σχέδια μικρών και μεγάλων κερδοσκόπων.
Ωστόσο, η ΤτΕ λανθασμένα υπαινίσσεται ότι η χαμηλή προσφορά θα λυθεί με την ανάκαμψη της οικοδομής. Η πραγματικότητα το διαψεύδει: η οικοδομική δραστηριότητα σήμερα αφορά σχεδόν αποκλειστικά πολυτελείς κατοικίες και συγκροτήματα για επενδυτές, με τιμές που ξεπερνούν τα 3.000 €/τ.μ. – βρίσκονται δηλαδή εκτός της αγοραστικής δυνατότητας του 90% των νοικοκυριών. Οι νέες κατασκευές δεν αυξάνουν την προσφορά προσιτής στέγης· αντίθετα, δημιουργούν νέες μορφές κερδοσκοπίας και εξευγενισμού, εκτοπίζοντας κατοίκους και πιέζοντας ανοδικά τις τιμές στις γύρω περιοχές.
Η «αυτορρύθμιση» της αγοράς είναι ένας μύθος, και μια βολική δικαιολογία για την απραξία των κυβερνώντων. Η προσφορά και η ζήτηση δεν λειτουργούν σε κενό, αλλά σε ένα θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί την κερδοφορία των λίγων. Πλέον χρειαζόμαστε πολιτικές που:
– να καταργούν τα κερδοσκοπικά νομοθετήματα,
– να επαναπροσανατολίζουν την οικοδόμηση στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας,
– να δημιουργούν δημόσιο και κοινωνικό απόθεμα κατοικίας,
– να επιβάλλουν περιορισμούς στις τιμές ενοικίων και την ασυδοσία στην αγορά, και
– να διασφαλίζουν προσιτή, αξιοπρεπή και ασφαλή κατοικία για όλους.
Η κρίση στέγασης δεν λύνεται με “ανάπτυξη” για τους λίγους. Λύνεται μόνο με κοινωνική οργάνωση για να πάψει η στέγη να είναι εμπόρευμα και επενδυτικό προϊόν.