ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΙΤΗΜΑΤΑ
της Ένωσης Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης
Η στέγη είναι κοινωνικό δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα της Ελλάδος (άρθρο 21 παρ. 4) και σε διεθνείς συμβάσεις. Η πρόβλεψη αυτή όμως αποτελεί σήμερα κενό γράμμα.
Η Ένωση Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης διεκδικεί να διασφαλίζεται και να προστατεύεται θεσμικά και ουσιαστικά το δικαίωμα στην κατοικία για όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, φυλής, θρησκείας, βιολογικού ή κοινωνικού φύλου, προσωπικής κατάστασης ή άλλων παραγόντων.
Ως συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, η πρόσβαση στην κατοικία πρέπει να προστατεύεται θεσμικά έναντι δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιοκτησία, τα οποία δεν επιτρέπεται να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος (άρθρο 17 παρ. 1 Σ).
Η διάθεση της ακίνητης περιουσίας εκ μέρους των εκμισθωτών και οι πρακτικές των επενδυτών δεν μπορούν να λειτουργούν εις βάρος του δικαιώματος του γενικού πληθυσμού σε αξιοπρεπη και προσιτή κατοικία.
Αξιοπρεπής και κατάλληλη κατοικία είναι αυτή που ικανοποιεί τις ανάγκες για μόνιμη διαβίωση των κατοίκων της και την οργάνωση της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής.
Οι θέσεις μας για τη στεγαστική κρίση
1. Η παρούσα στεγαστική κρίση δεν οφείλεται μόνο στις τάσεις της αγοράς αλλά και σε μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην εμπορευματοποίηση της κατοικίας και στη μετατροπή της σε επενδυτικό προϊόν.
Τα τελευταία χρόνια, έγινε μια σειρά από πολιτικές παρεμβάσεις που στόχο είχαν να αναθερμάνουν την κτηματαγορά και να διευκολύνουν τις επενδύσεις στον κτηματομεσιτικό τομέα. Αποτέλεσμα αυτων των πολιτικών ήταν η κατακόρυφη αύξηση της αξίας των ακινήτων, η αλλαγή χρήσης τους από οικιστική σε τουριστική και εμπορική και η σταδιακή συγκέντρωση του οικιστικού αποθέματος στα χέρια όλο και λιγότερων κτηματομεσιτικών συμφερόντων.
2. Η αναθέρμανση της αγοράς στον τομέα του ενοικίου εκτοξεύει τις τιμές σε δυσπρόσιτα επίπεδα για το μέσο νοικοκυριό.
Η μείωση της ιδιοκατοίκησης συνεπάγεται αύξηση του αριθμού των ενοικιαστ(ρι)ών. Ταυτόχρονα, η αλλαγή χρήσης των ακινήτων, συγκεκριμένα οι εμπορικές και τουριστικές επενδύσεις και η βραχυχρόνια μίσθωση, αλλά και η ύπαρξη πολλών άδειων κατοικιών, μειώνουν το απόθεμα. Οι μόνιμοι κάτοικοι της πόλης δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις τιμές καθώς ανταγωνίζονται ενοικιαστές με υψηλότερα εισοδήματα, όπως οι τουρίστες και οι ψηφιακοί νομάδες.
3. Η αύξηση των τιμών της κτηματαγοράς αποτελεί προϊόν όχι ενός “φυσικού” νόμου προσφοράς και ζήτησης αλλά της πολιτικής επιρροής μιας συμμαχίας ανάμεσα σε εκμισθωτές, κτηματομεσιτικά και κατασκευαστικά συμφέροντα, και χρηματοπιστωτικους οργανισμους.
Αυτοί οι δρώντες αντιμετωπίζουν την πόλη όχι ως ζωτικό χώρο κατοίκησης για άτομα και νοικοκυριά, αλλά ως πεδίο κερδοσκοπίας. Οι εκμισθωτές επωφελούνται από την μεταρρύθμιση της κτηματαγοράς στον βαθμό που αυτή ανεβάζει την αξία των ιδιοκτησιών τους και δημιουργεί ευκαιρίες για μεγαλύτερη κερδοσκοπία εις βάρος των ενοικιαστ(ρι)ών.
4. Η αγορά είναι κοινωνικός θεσμός, δηλαδή ανθρώπινο δημιούργημα, και σκοπός της θα έπρεπε να είναι η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών.
Σήμερα, με συγκεκριμένες πολιτικές και παρεμβάσεις, η αγορά εξυπηρετεί την κερδοφορία χρηματοπιστωτικών οργανισμών, κατασκευαστικών εταιρειών, εκμισθωτών και μεσιτών. Είναι απαραίτητες λοιπόν θεσμικές παρεμβάσεις για να προσανατολιστεί ξανα στην εξασφάλιση του κοινωνικού αγαθού της στέγασης. Χρειάζονται όμως και πολιτικές στην κατεύθυνση της απο-εμπορευματοποιησης και κοινωνικοποίησης της κατοικίας.
5. Το παραδοσιακό μοντέλο της μικρής ιδιοκτησίας και της γενικευμένης ιδιοκατοίκησης, που αποτελούσαν το θεμέλιο της στεγαστικής ασφάλειας στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες, πλήττεται ευθέως.
Τα πραγματικά εισοδήματα συρρικνώνονται, ο στεγαστικός δανεισμός μειώνεται συνεχώς και τα επιτόκια αυξάνονται. Οι πόροι που παλαιότερα χρησιμοποιούσε η οικογένεια για να εξασφαλίσει κατοικία στα νεότερα μέλη της έχουν εξανεμιστεί με αποτέλεσμα οι νεότερες γενιές είτε να μένουν εγκλωβισμένες στη γονεϊκή κατοικία είτε να καταφεύγουν στην όλο και πιο απρόσιτη ενοικίαση. Ταυτόχρονα, πολλά υπερχρεωμένα νοικοκυριά χάνουν τα σπίτια τους προς όφελος διεθνών κερδοσκοπικών οργανισμών, και έτσι εξωθούνται και αυτά στον ήδη κορεσμένο τομέα του ενοικίου.
6. Οι χαμένοι/ες σε αυτή τη διαδικασία είμαστε εμείς, οι ενοικιαστ(ρι)ες.
Οι ενοικιαστές και οι ενοικιάστριες αποτελούμε περισσότερο από το ¼ του πληθυσμού, και στα αστικά κέντρα όπως η Θεσσαλονίκη, το ⅓. Σήμερα βρισκόμαστε σε δεινή κατάσταση, αφού οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται με καλπάζοντα ρυθμό, κατά μέσο όρο 7% ετησίως απο το 2016 και μετά, με συνολική αύξηση πάνω από 70% μέχρι το 2024, ενώ τα πραγματικά εισοδήματα μένουν στάσιμα και πλήττονται από τη γενικευμένη αύξηση του κόστους ζωής.
7. Οι ενοικιαστές και οι ενοικιάστριες είμαστε το τμήμα του πληθυσμού που βιώνει την εντονότερη στεγαστική επισφάλεια.
Η πλειοψηφία των νοικοκυριών ενοικιαστ(ρι)ών δαπανούμε μεγάλο ποσοστό του εισοδήματός μας σε στεγαστικά κόστη. Αυξήσεις της τάξης του 50% ή και 100% μετά τη λήξη του συμβολαίου αποτελούν πλέον τον κανόνα. Οι ενοικιαστ(ρι)ες αναγκαζόμαστε να περικόψουμε άλλες βασικές μας ανάγκες για να ανταπεξέλθουμε στα έξοδα στέγασης. Επίσης εξαναγκαζόμαστε σε συνεχείς μετακινήσεις σε αναζήτηση προσιτής κατοικίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: απώλεια των κοινωνικών δεσμών μας και του δικτύου υποστήριξής μας, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος για τα παιδιά μας, κτλ. Ταυτόχρονα, το στεγαστικό απόθεμα παλιώνει και δε συντηρείται επαρκώς, ενώ η χαμηλή ενεργειακή απόδοση του επιβαρύνει ακόμα περισσότερο όσους/ες βρισκόμαστε στο ενοίκιο. Οι ενοικιαστ(ρι)ες καλούμαστε να πληρώσουμε όλο και πιο υψηλά μισθώματα για όλο και πιο ακατάλληλα σπίτια.
8. Η αγορά του ενοικίου αποτελεί σήμερα ζούγκλα.
Εκμισθωτές και μεσίτες είναι ελεύθεροι, με ανεξέλεγκτες, καταχρηστικές και συχνά παράνομες πρακτικές, να μεγιστοποιούν το κέρδος τους εις βάρος των πιο αδύναμων. Η κατάσταση αυτή έχει φέρει σε απόγνωση τα νοικοκυριά.
9. Το κράτος όχι μόνο δεν παίρνει μέτρα για την καταπολέμηση της στεγαστικής κρίσης, αλλα υποδαυλίζει την κερδοσκοπία.
Η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της ΕΕ με μηδενικό απόθεμα κοινωνικής κατοικίας. Μέτρα που στόχο έχουν τόνωση της ιδιοκατοίκησης, όπως το “Σπίτι μου”, όχι μόνο αποκλείουν το μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, αλλά και παραδόξως επιδεινώνουν τη στεγαστική κρίση, αυξάνοντας τη ζήτηση στην κτηματαγορά και μαζί και τις τιμές.
10. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει κρίση κατοικίας, αλλά κρίση στέγασης.
Υπάρχουν επαρκείς κατοικίες, αλλά το μοντέλο χρήσης και διάθεσης τους αποτυγχάνει να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του πληθυσμού. Ένα τεράστιο μέρος του αποθέματος παραμένει κενό, αλλά μόνο μικρό μέρος του αξιοποιείται, κι αυτό όταν υπάρχει υψηλό περιθώριο κέρδους ως τουριστικά καταλύματα ή κατοικίες για κοινωνικές ομάδες με υψηλά εισοδήματα. Η ανέγερση νεόδμητων πολυτελών κατοικιών, που αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της οικοδομικής δραστηριότητας, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα προσφοράς στέγης, αλλά το οξύνει, συμπαρασύροντας προς τα πάνω τις τιμές σε μεγάλες οικιστικές περιοχές.
Αιτήματα
1. Δημιουργία ενιαίας, συνεκτικής και μακροπρόθεσμης κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής,
με στόχο την απο-εμπορευματοποίηση και κοινωνικοποίηση της κατοικίας, που:
- να στηρίζεται σε μια εθνική στρατηγική για την κατοικία, σε έναν νομικά κατοχυρωμένο ορισμό της κοινωνικής κατοικίας, και σε δημόσια, ανοιχτά και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με το στεγαστικό απόθεμα, τις στεγαστικές ανάγκες του πληθυσμού και τις τιμές και τάσεις στην κτηματαγορά, και,
- να προάγει την εναλλακτική παραγωγή, διαχείριση και διάθεση του στεγαστικου αποθέματος με γνώμονα το κοινό συμφέρον, δίνοντας προτεραιότητα σε μη-κερδοσκοπικά εγχειρήματα, δημόσιων, δημοτικών, συνεταιριστικών και συλλογικών φορέων.
2. Δημιουργία αποθέματος κοινωνικής κατοικίας
που θα ελέγχεται από δημόσιους, δημοτικούς, μη-κερδοσκοπικούς ή συνεταιριστικούς φορείς και θα διατίθεται σε προσιτές τιμές με κοινωνικά κριτήρια. Στόχος είναι να εξασφαλιστεί ποιοτική κατοικία για ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, και να δημιουργηθεί ένα αντίβαρο στην ιδιωτική και αγοραία παροχή στέγης. Προς αυτήν την κατεύθυνση διεκδικούμε:
- αυξημένες αρμοδιότητες των μητροπολιτικών, δημοτικών και τοπικών αρχών που θα επιτρέπουν το σχεδιασμό και την υλοποίηση τοπικών πολιτικών παραγωγής, διαχείρισης και προσφοράς κοινωνικής κατοικίας και χωροταξίας, προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής,
- τον έλεγχο της κερδοσκοπίας και των καταχρηστικών πρακτικών στον τομέα της κατοικίας και του δημόσιου χώρου, και,
- την αξιοποίηση του κενου δημόσιου και ιδιωτικού στεγαστικού αποθέματος.
3. Περιορισμός στις αυξήσεις των μισθωμάτων κατοικιών
προκειμένου να καταπολεμηθεί η κερδοσκοπία. Διεκδικούμε:
- Περιορισμό των αυξήσεων των μισθωμάτων σε νέα συμβόλαια μίσθωσης κατοικίας που να μην υπερβαίνουν τον πληθωρισμό, όπως έχει ισχύσει πρόσφατα για τις εμπορικές μισθώσεις που δε μπορούν να υπερβαίνουν το 3%
- Θέσπιση ανώτατου μισθώματος ανά οικιστική ζώνη, παλαιότητα και ενεργειακή κλάση του σπιτιου (όπως συμβαίνει στην Ολλανδία).
4. Διεύρυνση των δικαιωμάτων των ενοικιαστ(ρι)ών
για την ενίσχυση της στεγαστικής ασφάλειας και την εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών, με αύξηση της ελάχιστης υποχρεωτικής διάρκειας των μισθώσεων πάνω από τρία χρόνια, με απαγόρευση των καταχρηστικών ρητρών στα συμβόλαια καθώς και της προκαταβολής μισθωμάτων, και με ποιοτικούς ελέγχους των μισθωμένων κατοικιών.
5. Αυστηρή ρύθμιση του επαγγέλματος των μεσιτών ακινήτων,
και περιορισμός της πληρωμής μεσιτικών αμοιβών μόνο στους εκμισθωτές (όπως επιτυχώς έχει θεσμοθετηθεί στην Αυστρία και την Ισπανία).
6. Κατάργηση των πολιτικών που ενισχύουν την κερδοσκοπία
και την αλλαγή χρήσης του στεγαστικού αποθέματος, όπως είναι η golden visa.
7. Ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις είναι τουριστικές μισθώσεις και όχι αστικές. Θα πρέπει να διέπονται από ειδικό καθεστώς, να ρυθμίζονται αναλόγως και να είναι προσαρμοσμένες στη φέρουσα ικανότητα της κάθε γειτονιάς. Απαιτούμε αντιστροφή των διαδικασιών τουριστικοποίησης των πόλεων και απόδοση των γειτονιών στους κατοίκους τους.
8. Δημόσια ενίσχυση της συνεταιριστικής κατοικίας.
Δημιουργία ευνοϊκού νομικού πλαισίου, εργαλείων χρηματοδότησης και επιδότησης και παραχώρηση γης και ακινήτων σε συνεταιριστικούς, μη-κερδοσκοπικούς οργανισμούς που επιτρέπουν την συνεργασία ανάμεσα σε πολλά νοικοκυριά για την απόκτηση κατοικίας με συλλογικό καθεστώς ιδιοκτησίας.
9. Επαναφορά των πλαισίων προστασίας της πρώτης κατοικίας
με εξασφαλισμένες ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους υπερχρεωμένους ιδιοκατοίκους, προκειμένου να σταματήσει η μεταβιβαση του οικιστικού αποθέματος στα χέρια κερδοσκόπων και να προστατευτεί η οικιστική χρήση των κατοικιών.
10. Θεσμικές παρεμβάσεις για την προστασία και αναβάθμιση του αστικού δημόσιου χώρου.
Πόλεις προσβάσιμες για όλες και όλους, με δημόσια πάρκα, πλατείες και πολιτιστικές και κοινωνικές υποδομές σε κάθε γειτονιά. Προστασία του αστικού χώρου από την ιδιωτικοποίηση και τη φιλετοποίηση.
Θέσεις και αιτήματα προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση
1. Σταθερή δημόσια χρηματοδότηση της κοινωνικής κατοικίας
Ζητούμε τη θεσμοθέτηση σταθερής δαπάνης ύψους τουλάχιστον 2% του ετήσιου δημοτικού προϋπολογισμού για την κοινωνική στέγαση. Οι πόροι αυτοί πρέπει να προέρχονται από δημοτικά έσοδα και διαθέσιμα χρηματοδοτικά προγράμματα και να δεσμεύονται αποκλειστικά για κοινωνική κατοικία, χωρίς να εκτρέπονται προς κάλυψη άλλων δημοτικών δαπανών. Τα κονδύλια αυτά ζητάμε να κατευθύνονται στον Φορέα Κοινωνικής Μίσθωσης της Αναπτυξιακής Μείζονος Αστικής Θεσσαλονίκης (ΜΑΘ), ο οποίος μπορεί να αποτελέσει το βασικό εργαλείο διαχείρισης ενός δημόσιου αποθέματος κοινωνικής κατοικίας, με χαμηλά ενοίκια, διαφάνεια, κοινωνικά κριτήρια και επανεπένδυση των εσόδων αποκλειστικά στην επέκταση και συντήρηση του αποθέματος.
2. ΤΑΠ και κοινωνική ανταποδοτικότητα
Το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) εξακολουθεί να χρεώνεται μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, μεταφέροντας στην πράξη την υποχρέωση πληρωμής στους ενοικιαστές, οι οποίοι δεν είναι οι νόμιμοι υπόχρεοι. Αυτή η πρακτική δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη. Ζητούμε είτε τη δημιουργία μηχανισμού είσπραξης που να απευθύνεται αποκλειστικά στους πραγματικά υπόχρεους, δηλαδή στους εκμισθωτές, είτε, εφόσον συνεχιστεί η σημερινή πρακτική, τη ρητή και αποκλειστική δέσμευση των σχετικών εσόδων υπέρ της κοινωνικής κατοικίας. Σε αυτή τη δέσμευση πρέπει να συμπεριληφθούν και τα ποσά που έχουν ήδη καταβάλει οι ενοικιάστριες και οι ενοικιαστές κατά την προηγούμενη πενταετία, που αποτελεί και τον χρόνο παραγραφής των σχετικών απαιτήσεων.
3. Συνήγορος των Ενοικιαστ(ρι)ών
Διεκδικούμε τη δημιουργία δημοτικού θεσμού «Συνηγόρου των Ενοικιαστ(ρι)ών» στα Κέντρα Δημοτικών Κοινοτήτων, ο οποίος θα παρέχει δωρεάν ενημέρωση, υποστήριξη, διαμεσολάβηση και νομική καθοδήγηση σε ενοικιαστές/ριες απέναντι σε καταχρηστικές πρακτικές, αυθαίρετες αυξήσεις ενοικίων, εξώσεις και παραβιάσεις βασικών όρων κατοίκησης.
4. Επιθεώρηση κατοικίας και κριτήρια κατοικησιμότητας
Η κατάσταση μεγάλου μέρους του αποθέματος προς ενοικίαση είναι απαράδεκτη. Διεκδικούμε τη δημιουργία δημοτικού θεσμού επιθεώρησης κατοικίας, με αντικείμενο τον έλεγχο των βασικών όρων κατοικησιμότητας στις εκμισθωμένες κατοικίες. Η Ένωση Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης θα συμμετέχει στη διαμόρφωση αντικειμενικών και κοινωνικά αναγκαίων κριτηρίων κατοικησιμότητας, τα οποία θα αποτελούν προϋπόθεση για τη διάθεση ενός ακινήτου προς μίσθωση.
5. Έλεγχος δημόσιων επιδοτήσεων προς εκμισθωτές
Απαιτούμε τη θεσμοθέτηση μηχανισμών ελέγχου των ενοικίων για περιπτώσεις εκμισθωτών που λαμβάνουν δημοτική ή δημόσια στήριξη (μέσω προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, «Βοήθεια στο Σπίτι», εγκατάστασης ραμπών ή άλλων παρεμβάσεων) ώστε να αποτρέπεται η καταχρηστική ιδιωτικοποίηση αυτών των δημόσιων πόρων μέσω αυξήσεων ενοικίων, (απειλών) εξώσεων ή άλλων πρακτικών εκμετάλλευσης.
6. Προστασία από εξώσεις
Ο δήμος οφείλει να διεκδικήσει τη δυνατότητα παρέμβασης και προστασίας απέναντι στις εξώσεις, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο και κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους για οικογένειες με παιδιά. Η κατοικία αποτελεί βασική κοινωνική ανάγκη και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ιδιωτική συμβατική σχέση χωρίς κοινωνικές εγγυήσεις προστασίας.
7. Αναπλάσεις και επιστροφή υπεραξίας στην κοινωνική κατοικία
Κατά τη μεταβίβαση ακινήτων που έχουν ωφεληθεί από δημοτικές αναπλάσεις και δημόσιες επενδύσεις, ο δήμος εφαρμόζει μηχανισμό απόδοσης μέρους της παραγόμενης υπεραξίας προς κοινωνικούς σκοπούς, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Ζητούμε οι πόροι να κατευθύνονται στον Φορέα Κοινωνικής Μίσθωσης της ΜΑΘ για τη χρηματοδότηση κοινωνικής κατοικίας.
8. Κενά ακίνητα και κοινωνική χρήση
Η κενότητα δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Τα κενά οικιστικά ακίνητα προκύπτουν είτε από κερδοσκοπική κατακράτηση είτε από πραγματική αδυναμία αξιοποίησης λόγω πολυϊδιοκτησίας, κληρονομικών εμπλοκών ή έλλειψης πόρων. Ως Ένωση Ενοικιαστριών διεκδικούμε μια διπλή πολιτική. Από τη μία, ισχυρά κίνητρα για την παραχώρηση κενών κατοικιών σε δημόσιο Φορέα Κοινωνικής Μίσθωσης, ώστε να ανακαινίζονται με δημόσιους πόρους και να διατίθενται για τουλάχιστον 15 χρόνια με κοινωνικά ελεγχόμενο ενοίκιο που δεν θα ξεπερνά το 30% του εισοδήματος του χαμηλότερου μισθολογικού τεταρτημορίου. Από την άλλη, επιβολή αυξημένων δημοτικών τελών στις κατοικίες που διατηρούνται αδικαιολόγητα κενές και δεν παραχωρούνται στον φορέα. Η κοινωνία οφείλει να στηρίζει όσους δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τα ακίνητά τους και όχι να επιδοτεί την κερδοσκοπική αδράνεια.
9. Μακροχρόνια και ασφαλής κοινωνική μίσθωση
Ο Φορέας Κοινωνικής Μίσθωσης οφείλει να χρησιμοποιεί πρότυπο συμβόλαιο που προτείνει η Ένωση Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης και να εξασφαλίζει συμβόλαια χαμηλών ενοικίων και μακράς διάρκειας, τουλάχιστον οκταετίας, με κοινωνικά ελεγχόμενο ενοίκιο που δεν θα ξεπερνά το 30% του εισοδήματος του χαμηλότερου μισθολογικού τεταρτημορίου. Παράλληλα, πρέπει να κατοχυρώνεται η ουσιαστική συμμετοχή των ενοικιαστριών στη διαδικασία συντήρησης, ελέγχου και διακυβέρνησης των κατοικιών. Η συμμετοχή των ίδιων των κατοίκων στη συλλογική φροντίδα του αποθέματος πρέπει να αποτελεί οργανικό στοιχείο της νέας δημοτικής πολιτικής κατοικίας.
10. Καταγραφή και κοινωνική διαχείριση γης και ακινήτων
Απαιτούμε τη συστηματική καταγραφή του αποθέματος γης και ακινήτων στον δήμο, με στόχο τη διαχείριση και παραχώρησή τους με προνομιακούς όρους σε μη κερδοσκοπικά εγχειρήματα παραγωγής κατοικίας και κοινωνικής χρήσης. Η δημόσια και δημοτική γη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικός πόρος και όχι ως πεδίο κερδοσκοπικής αξιοποίησης.
11. Παρατηρητήριο ελέγχου ενοικίων
Προτείνουμε τη δημιουργία παρατηρητηρίου κοινωνικού ελέγχου των ενοικίων. Στόχος του πρέπει να είναι η συστηματική αποτύπωση της σχέσης μεταξύ εισοδημάτων και κόστους κατοικίας σε κάθε δημοτική κοινότητα. Βασική αρχή του παρατηρητηρίου πρέπει να είναι ότι το ενοίκιο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου εισοδήματος του κατώτερου εισοδηματικού τεταρτημορίου κάθε περιοχής.
12. Έλεγχος των βραχυχρόνιων μισθώσεων
Προτείνουμε την εφαρμογή του πλαισίου ελέγχου και περιορισμού των βραχυχρόνιων μισθώσεων στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Στόχος είναι ο έλεγχος της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης κατοικιών μέσω πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης, η οποία επιτείνει την στεγαστική κρίση, αυξάνει τα ενοίκια και περιορίζει τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μόνιμη κατοίκηση. Παράλληλα, προτείνουμε να διατηρηθεί η δυνατότητα υπενοικίασης δωματίου μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων σε ιδιοκατοικούμενες κύριες κατοικίες, ως συμπληρωματική πρακτική φιλοξενίας που δεν αφαιρεί κατοικίες από το στεγαστικό απόθεμα της πόλης.
13. Πολεοδομικός σχεδιασμός και κοινωνική χρήση του χώρου
Διεκδικούμε την αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων δημοτικών εργαλείων ώστε κατεδαφισμένα ακίνητα και κενά οικόπεδα να μην αντικαθίστανται αποκλειστικά από πολυτελή ακίνητα και κερδοσκοπικές αναπτύξεις, αλλά να αξιοποιούνται για χώρους πρασίνου, κοινωνικές υποδομές και μη κερδοσκοπική κατοικία. Απαιτούμε την ενίσχυση ενός πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού με γνώμονα την κοινωνική συνοχή, την κατοικησιμότητα και τη συλλογική χρήση του χώρου.
14. Δημοτικός φορέας ανακαινίσεων και κατασκευών
Διεκδικούμε την ενίσχυση της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου, ώστε να μπορεί να λειτουργεί ως δημοτικός φορέας επισκευών, ανακαινίσεων και μικρής κλίμακας κατασκευών με κοινωνικό προσανατολισμό. Ο δήμος πρέπει να διαθέτει μόνιμο τεχνικό προσωπικό, εξοπλισμό, μηχανήματα και υποδομές, ώστε να παρεμβαίνει άμεσα στην αποκατάσταση κατοικιών κοινωνικής χρήσης, στη συντήρηση του κτιριακού αποθέματος και στην αξιοποίηση κενών ακινήτων. Η λειτουργία της υπηρεσίας αυτής πρέπει να βασίζεται στη χρήση ανακυκλώσιμων και χαμηλού κόστους υλικών, στη μείωση του κόστους ανακαίνισης και στην ενίσχυση συνεργατικών και κοινωνικά ωφέλιμων μορφών εργασίας, με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα και ασφαλείς συνθήκες για όσους εργάζονται στην κατασκευή και τη συντήρηση του χώρου. Στόχος είναι η συγκρότηση μιας διαφορετικής λογικής για την πόλη και την κατοικία, με κέντρο την κοινωνική συνοχή, τη συλλογική χρήση του χώρου και την κατοικία ως κοινωνικό δικαίωμα.