ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

γύρω από το στεγαστικό πρόβλημα

Στον δημόσιο διάλογο κυκλοφορούν μια σειρά από κοινότυπες και επιστημονικά αστήρικτες απόψεις, που στόχο έχουν να κλεισουν οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από την ουσιαστική στεγαστική πολιτική και να διαιωνίσουν την στεγαστική κρίση, αφου κάποιες ομάδες συμφερόντων επωφελούνται από αυτήν.

Η ‘Ενωση Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης, μέσα από προσεκτική μελέτη και τεκμηρίωση, βοηθάει να διαλυθούν αυτοί οι μύθοι:

1. Η στεγαστική κρίση είναι πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης και θα λυθεί μέσα από την αυτορρύθμιση της αγοράς.

Η προσφορά και η ζήτηση δεν είναι φυσικά φαινόμενα, αλλά δημιουργούνται μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές που στόχο έχουν να ευνοήσουν συγκεκριμένες πρακτικές και συμφέροντα. 

Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην τελευταία Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εντοπίζει τα αίτια της ανισορροπίας στην «επενδυτική εκμετάλλευση της κατοικίας» και στην «απόσυρση των ακινήτων που εξασφαλίζουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια από την αγορά». 

Η ζήτηση ακινήτων για οικιστική χρήση δεν έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, η προσφορά όμως έχει μειωθεί εξαιτίας μιας σειράς νόμων που σκοπό είχαν να μετατρέψουν που έχουν μετατρέψει τη στέγη σε επενδυτικό προϊόν και πεδίο κερδοσκοπίας. Παραδείγματα είναι το πρόγραμμα Golden Visa (2013), η απελευθέρωσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων (2015-2017), οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοι (2017), το πρόγραμμα «Ηρακλής» (2019), η θεσμοθέτηση των Εταιριών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια (Servicers) και ο νέος πτωχευτικός νόμος (2020) που κατήργησε την προστασία της πρώτης κατοικίας. Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν ευκαιρίες κερδοφορίας για τους λίγους, αλλά έπληξαν ανεπανόρθωτα τη στεγαστική ασφάλεια της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλάζοντας μαζικά χρήση στο στεγαστικό απόθεμα. 

Περίπου 250.000 ακίνητα διατίθενται στις πλατφόρμες τύπου Airbnb, 30.000 βρίσκονται στα χέρια servicers και τραπεζών, και άλλα 30.000 έχουν αλλάξει χέρια μέσω του προγράμματος Golden Visa. Και δεν πρόκειται για το περιβόητο «κενό απόθεμα» σπιτιών με προβλήματα συντήρησης ή κληρονομικά, αλλά για σπίτια στα οποία μέχρι πρότινος διέμεναν νοικοκυριά, και σήμερα εξυπηρετούν τα επιχειρηματικά σχέδια μικρών και μεγάλων κερδοσκόπων. 

Η «αυτορρύθμιση» της αγοράς είναι ένας μύθος, και μια δικαιολογία για την απραξία των κυβερνώντων. Η προσφορά και η ζήτηση δεν λειτουργούν σε κενό, αλλά σε ένα θεσμικό πλαίσιο που ευνοεί την κερδοφορία των λίγων. Μόνο η ενεργή στεγαστική πολιτική με δημόσια παρέμβαση στην κτηματαγορά υπέρ των πιο αδύναμων θα δώσει λύσεις. 

2. Η έλλειψη προσφοράς θα λυθεί με την εντεινόμενη οικοδομική δραστηριότητα

Συχνά ακούμε ότι η κατασκευή νέων κατοικιών – ακόμα και πολυτελών – θα αυξήσει την προσφορά και έτσι θα μειώσει τις τιμές για όλους. Ωστόσο, η ελληνική πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο. Η οικοδομική δραστηριότητα με αγοραίους όρους προσανατολίζεται εκεί όπου η κερδοφορία είναι μέγιστη: στις πολυτελείς κατοικίες για τους λίγους. Πράγματι, η πλειοψηφία των νεόκτιστων κατοικιών τα τελευταία χρόνια διατίθεται σε τιμές άνω των €3000/τ.μ., δηλαδή είναι έξω απο την αγοραστική δυνατότητα του 90% των νοικοκυριών, που μαστίζονται από στάσιμα εισοδήματα, αδυναμία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, αρνητική αποταμίευση και ανεξέλεγκτο πληθωρισμό σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης.

Όσοι προωθούν τον μύθο της αυτορρύθμισης ισχυρίζονται ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έχουμε ένα φαινόμενο «διήθησης» (filtering): οι πιο εύποροι μετακομίζουν σε νέα πολυτελή σπίτια, αφήνοντας τα παλιά για τους υπόλοιπους, αυξάνοντας έτσι την προσφορά κατοικιών και ρίχνοντας τις τιμές. Αυτό θα συνέβαινε ίσως – με αργό και άνισο τρόπο – αν η χρήση των κατοικιών ήταν αυστηρά οικιστική, και η αγορα ήταν “κλειστή”, δηλαδή ο αριθμός των αγοραστών ήταν πεπερασμένος και σταθερός. Οι πολυτελείς κατοικίες, ωστόσο, δεν απευθύνονται στην υπάρχουσα ζήτηση, αλλά προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα: διεθνείς επενδυτές που εκμεταλλεύονται τις ρυθμισεις που έχουν κάνει την κατοικία πεδίο κερδοσκοπίας, π.χ. τον νόμο της Golden Visa του 2013, την απελευθέρωση των τουριστικών μισθώσεων του 2015. Έτσι, η οικοδόμηση κατοικίας έχει αποσυνδεθεί από τις στεγαστικές μας ανάγκες. Το σπίτι είναι πλέον επενδυτικό προϊον αφου η συνεχής αύξηση των τιμών κατοικίας – μέχρι και 12% ετησίως – εξασφαλίζει στον επενδυτή μια πολύ μεγάλη απόδοση ακόμα και όταν το σπίτι παραμένει άδειο! Αν αποφασίσει να το μισθώσει, θα το κάνει στη βραχυχρόνια μίσθωση, ώστε να παρακάμψει τα – ούτως η άλλως ανεπαρκή – δικαιώματα που νόμος δίνει στους μακροχρόνιους ενοικιαστές.

Η ανέγερση μιας πολυτελούς πολυκατοικίας ή ενός συγκροτήματος με μεζονέτες σε μια γειτονιά, λοιπόν, δεν ρίχνει το κόστος στέγασης – αντίθετα, το ανεβάζει. Οι τιμές των γύρω ακινήτων αυξάνονται λόγω της «αναβάθμισης» της περιοχής και της προσέλκυσης εύπορων αγοραστών/επενδυτών. Έτσι ξεκινά ο εξευγενισμός: οι κάτοικοι με μεσαία ή χαμηλά εισοδήματα σταδιακά εκτοπίζονται, αφού δεν μπορούν να αντέξουν το υψηλό πλέον κόστος στέγασης στη γειτονιά τους. Οι ενοικιαστές αλλά και οι εν δυνάμει αγοραστές αναζητούν κατοικία στις όμορες περιοχές, δημιουργώντας και εκεί πίεση στην αγορά κατοικίας και ενοικίων και άρα αύξηση των τιμών.

Πάγια θέση της Ένωσης Ενοικιαστών Θεσσαλονίκης είναι ότι η ιδέα της “αυτορρύθμισης” της αγοράς μέσω της αυτόματης εξισορρόπησης προσφοράς και ζήτησης είναι μύθος, και δεν επαληθεύεται εμπειρικά.

3. Ο έλεγχος ενοικίων, δηλαδή ο περιορισμός των αυξήσεων, θα είναι καταστροφικός, αφού θα αποσυρθούν τα ακίνητα από την αγορά.

Ο περιορισμός στις αυξήσεις των ενοικίων δεν είναι καταστροφικός. Αντίθετα, ο εξορθολογισμός θα δημιουργήσει ασφάλεια και εμπιστοσύνη και απο τις δύο πλευρές. Ο έλεγχος ενοικίων είναι δείγμα πολιτισμού. Είναι η επίσημη παραδοχή ότι δεν έχουν δικαίωμα κάποιοι να θησαυρίζουν την ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας υποφέρει εξαιτίας τους. 

Περιορισμοί εφαρμόζονται στις μισές χώρες της Ευρώπης χωρίς να έχουν έρθει καταστροφές. Επιτυχημένα παραδείγματα και καλές πρακτικές μπορουμε να βρουμε πολλές.

Στην Σουηδία, οι ενώσεις ενοικιαστών έχουν θεσμικό ρόλο, και οι αυξήσεις των ενοικίων είναι αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης.

Στην Ολλανδία, οι αυξήσεις των ενοικίων εξαρτώνται από την ηλικία, την τοποθεσία, και την ενεργειακή απόδοση του ακινήτου, συμφωνα με το Σύστημα Αποτίμησης Κατοικιών. 

Στην Ισπανία, και στη Γαλλία, οι τοπικές αρχές μπορούν να ορίζουν συγκεκριμένα όρια στα ενοίκια σε συγκεκριμένες περιοχές σύμφωνα με έναν δείκτη τιμών.

Σε καμία από αυτές τις χώρες δεν ήρθε η καταστροφή. 

Ωστόσο, ο έλεγχος ενοικίων δεν είναι αρκετός από μόνος του. Θα πρέπει να θεσμοθετηθουν σαφή όρια στην κερδοσκοπική χρήση της κατοικίας, ωστε να μην μπορουν οι εκμισθωτές, για παράδειγμα, να ρίξουν μαζικά τα σπίτια στην μακροχρόνια μίσθωση ώστε να παρακάμψουν τους ελέγχους ενοικίων. Απαιτείται επίσης μακροπρόθεσμη δημόσια επένδυση σε κοινωνική κατοικια. Ο έλεγχος ενοικίων δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα, αλλά είναι απολύτως απαραίτητος για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που έχει οδηγήσει τα νοικοκυριά σε απόγνωση. 

4. Ο έλεγχος ενοικίων καταπατά το δικαίωμα στην ιδιοκτησία

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, όπως όλα τα δικαιώματα, δεν είναι ένα δικαίωμα απόλυτο. Το Σύνταγμα της Ελλάδας, στο άρθρο 17, ορίζει ότι η ιδιοκτησία προστατεύεται, αλλά τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.

Ο έλεγχος ενοικίων δεν απαλλοτριώνει τα ακίνητα ούτε παρεμποδίζει τη διάθεση τους, αλλά βάζει περιορισμούς στα εισοδήματα των εκμισθωτών υπέρ του γενικού συμφέροντος. 

Η ιδιοκτησία είναι και πρέπει να είναι ιερή, όταν πρόκειται για την κατοικία ενός νοικοκυριού. Όταν όμως γίνεται πηγή εισοδήματος, πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς και ρύθμιση, όπως οποιαδήποτε άλλη οικονομική δραστηριότητα. 

Ας πάρουμε για παράδειγμα του προμηθευτές ενός άλλου βασικού αγαθού, της τροφής. Υπάρχουν δημόσιοι οργανισμοί, η ΔΙΜΕΑ (Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Αγοράς) και ο ΕΦΕΤ (Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων), που ελέγχουν τις τιμές και την ποιότητα των τροφίμων αντιστοίχως. Συχνά προχωρούν σε περιορισμούς, πρόστιμα και ποινές αν διαπιστώσουν ότι υπάρχει αισχροκέρδεια ή ελλειπής ποιότητα, και ότι βλάπτεται η δημόσια υγεία και το γενικό συμφέρον ή εμποδίζεται η πρόσβαση σε αυτό το τόσο βασικό αγαθό. Η στέγη, το άλλο βασικό αγαθό που αποτελεί πυλώνα ευημερίας για άτομα και νοικοκυριά, θα πρέπει να προστατεύεται με αντίστοιχο τρόπο. 

Φαντάζεστε τους ιδιοκτήτες εταιρειών διατροφής ή σούπερ μάρκετ να καταγγέλουν μέσω των εκπροσώπων τους ότι οι οργανισμοί αυτοί καταπατούν τα δικαιώματα τους; Πόση αξιοπιστια θα είχαν αυτές οι καταγγελίες; Γιατί πιστεύετε ότι στην περίπτωση των μισθώσεων κατοικίας θα πρεπει να είναι διαφορετικά;

5. Η λύση στην έλλειψη προσφοράς είναι να χτιστούν περισσότερες κατοικίες.

Η οικοδόμηση δεν λύνει από μόνη της τη στεγαστική κρίση, αν δεν απαντά στις πραγματικές στεγαστικές ανάγκες. Η οικοδομική δραστηριότητα με αγοραίους όρους προσανατολίζεται εκεί όπου η κερδοφορία είναι μέγιστη: στις πολυτελείς κατοικίες για τους λίγους. Η πλειοψηφία των νεόκτιστων κατοικιών τα τελευταία χρόνια διατίθεται σε τιμές άνω των €4000/τ.μ., δηλαδή είναι έξω από την αγοραστική δυνατότητα του 95% των νοικοκυριών, που μαστίζονται από στάσιμα εισοδήματα, αδυναμία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, αρνητική αποταμίευση και ανεξέλεγκτο πληθωρισμό σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης.

Η ανέγερση πολυτελών κατοικιών δεν παράγει προσιτή κατοικία για εργαζόμενους, φοιτητές, νέους και οικογένειες. Δεν απευθύνεται στην εγχώρια ζήτηση, αλλά σε  διεθνείς επενδυτές που κερδοσκοπούν μέσω των ρυθμίσεων της Golden Visa ή των τουριστικών μισθώσεων.

Η ανέγερση μιας πολυτελούς πολυκατοικίας ή ενός συγκροτήματος με μεζονέτες σε μια γειτονιά δεν ρίχνει το κόστος στέγασης. Αντίθετα, το ανεβάζει, αφού λόγω της «αναβάθμισης» της περιοχής και της προσέλκυσης εύπορων αγοραστών/επενδυτών οι τιμές των γύρω ακινήτων αυξάνονται και οι φτωχότεροι κάτοικοι εκτοπίζονται.

6. Ακόμη και οι πολυτελείς κατοικίες βοηθούν, γιατί αυξάνουν συνολικά την προσφορά.

Όσοι προωθούν τον μύθο της αυτορρύθμισης ισχυρίζονται ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έχουμε ένα φαινόμενο «διήθησης» (filtering): οι πιο εύποροι μετακομίζουν σε νέα πολυτελή σπίτια, αφήνοντας τα παλιά για τους υπόλοιπους, αυξάνοντας έτσι την προσφορά κατοικιών και ρίχνοντας τις τιμές. Αυτό θα συνέβαινε ίσως – με αργό και άνισο τρόπο – αν η χρήση των κατοικιών ήταν αυστηρά οικιστική, και η αγορά ήταν «κλειστή», δηλαδή ο αριθμός των αγοραστών ήταν πεπερασμένος και σταθερός. Οι πολυτελείς κατοικίες, ωστόσο, δεν απευθύνονται στην υπάρχουσα ζήτηση, αλλά προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα: διεθνείς επενδυτές που εκμεταλλεύονται τις ρυθμίσεις που έχουν κάνει την κατοικία πεδίο κερδοσκοπίας, π.χ. τον νόμο της Golden Visa του 2013, την απελευθέρωση των τουριστικών μισθώσεων του 2015. 

Έτσι, η οικοδόμηση κατοικίας έχει αποσυνδεθεί από τις στεγαστικές μας ανάγκες. Το σπίτι είναι πλέον επενδυτικό προϊόν αφού η συνεχής αύξηση των τιμών κατοικίας – μέχρι και 12% ετησίως – εξασφαλίζει στον επενδυτή μια πολύ μεγάλη απόδοση ακόμα και όταν το σπίτι παραμένει άδειο! Αν αποφασίσει να το μισθώσει, θα το κάνει στη βραχυχρόνια μίσθωση, ώστε να παρακάμψει τα – ούτως ή άλλως ανεπαρκή – δικαιώματα που νόμος δίνει στους μακροχρόνιους ενοικιαστές. Έτσι, η ανέγερσή πολυτελών κατοικιών ανεβάζει τις αξίες των γύρω ακινήτων, ενισχύει τον εξευγενισμό και σπρώχνει τους μόνιμους κατοίκους προς όλο και πιο απομακρυσμένες ή υποβαθμισμένες περιοχές.

7. Ο έλεγχος ενοικίων θα καταστρέψει την αγορά.

Ο έλεγχος ενοικίων είναι αναγκαίο μέτρο άμεσης προστασίας σε μια αγορά που έχει γίνει ζούγκλα. Ο εξορθολογισμός θα δημιουργήσει ασφάλεια και εμπιστοσύνη και από τις δύο πλευρές. Περιορισμοί στις αυξήσεις και μηχανισμοί ρύθμισης εφαρμόζονται ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να έχει έρθει καμία καταστροφή. 

Αντίθετα, η καταστροφή έχει έρθει ήδη για τα νοικοκυριά που πληρώνουν το μισό ή και περισσότερο από το εισόδημά τους για ενοίκιο. Ο έλεγχος ενοικίων δεν θα λύσει το στεγαστικό πρόβλημα μόνος του αν δεν υπάρξει δημόσια επένδυση σε κοινωνική κατοικία, αλλά χωρίς αυτόν οι ενοικιαστές μένουν εκτεθειμένοι στην αισχροκέρδεια.

8. Αν μπει πλαφόν στα ενοίκια, οι ιδιοκτήτες θα αποσύρουν τα σπίτια από την αγορά ενοικίου.

Η απόσυρση κατοικιών δεν οφείλεται στον έλεγχο ενοικίων, αλλά στη δομή κινήτρων μιας αγοράς που υπόσχεται υπεραποδόσεις και επιβραβεύει την κερδοσκοπική διακράτηση. Όταν οι τιμές γης και κατοικίας αυξάνονται συνεχώς – μέχρι και 12% ετησίως – οι ιδιοκτήτες έχουν υπεραξίες ακόμη και με κλειστά ακίνητα. Επιπλέον, η δυνατότητα βραχυχρόνιας μίσθωσης δημιουργεί προσδοκίες υψηλότατων μισθωμάτων.

Γι’ αυτό το πλαφόν ενοικίων πρέπει να συνοδεύεται από περιορισμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων, και αποθάρρυνση της κερδοσκοπικής κενότητας μέσω ενός Φόρου Αδράνειας, όπως επιτυχώς εφαρμόζεται στην Γαλλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία. Στόχος είναι να μην μένουν σπίτια χωρίς ανθρώπους και άνθρωποι χωρίς σπίτια.

9. Ο έλεγχος ενοικίων θα μειώσει την ποιότητα των κατοικιών, αφου δεν δίνει κίνητρο στους εκμισθωτές για να τις συντηρήσουν.

Αντίθετα, η ραγδαία αύξηση των ενοικίων δεν έχει δώσει κανένα κίνητρο για την συντήρηση των κατοικιών. Όλο και περισσότερα κακοσυντηρημένα, ενεργοβόρα και ακατάλληλα ακίνητα μπαίνουν στην αγορά με εξωφρενικές τιμές, επειδή οι ενοικιαστές δεν έχουν εναλλακτικές. Η ποιότητα δεν διασφαλίζεται από τα περιθώρια κέρδους των εκμισθωτών, αλλά από σαφείς κανόνες κατοικησιμότητας, ελέγχους, υποχρεώσεις συντήρησης και σύνδεση κάθε δημόσιας επιδότησης ανακαίνισης με έλεγχο ενοικίων και κοινωνικούς όρους.

10. Ο έλεγχος ενοικίων καταπατά το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, όπως όλα τα δικαιώματα, δεν είναι ένα δικαίωμα απόλυτο. Το Σύνταγμα της Ελλάδας, στο άρθρο 17, ορίζει ότι η ιδιοκτησία προστατεύεται, αλλά τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.

Ο έλεγχος ενοικίων δεν απαλλοτριώνει τα ακίνητα ούτε παρεμποδίζει τη διάθεση τους, αλλά βάζει περιορισμούς στα εισοδήματα των εκμισθωτών υπέρ του γενικού συμφέροντος. 

Η κατοικία δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα, αλλά όρος αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικό δικαίωμα. Η μίσθωση ενός ακινήτου συνιστά οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα σε βασικό αγαθό. Οφείλει να ρυθμίζεται υπέρ του γενικού συμφέροντος, όπως συμβαίνει με ένα άλλο βασικό αγαθό, την τροφή, μέσω της ΔΙΜΕΑ (Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Αγοράς) και του ΕΦΕΤ (Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων), που ελέγχουν τις τιμές και την ποιότητα των τροφίμων αντιστοίχως. Η προστασία της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να σημαίνει δικαίωμα άντλησης απεριόριστου εισοδήματος εις βάρος της κοινωνίας.

11. Ο έλεγχος ενοικίων παραβιάζει την ελευθερία της σύμβασης, αφου το κράτος παρεμβαίνει στην ισότιμη διαπραγμάτευση μεταξύ ιδιωτών.

Η σχέση εκμισθωτή και ενοικιαστή δεν είναι σχέση ισότιμων μερών. Ο εκμισθωτής ελέγχει έναν σπάνιο και αναγκαίο πόρο, ενώ ο ενοικιαστής χρειάζεται απαραίτητα ένα σπίτι για να ζήσει. Όταν ο ενοικιαστής εκβιάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην αστεγία, την επιστροφή στο παιδικό του δωμάτιο ή ένα ακατάλληλο σπίτι που του απορροφά ολόκληρο τον μισθό, δεν μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερη διαπραγμάτευση. 

Η ρύθμιση των ενοικίων αποκαθιστά αυτή την ανισορροπία, προστατεύοντας ένα κοινωνικό αγαθό υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων, με τον ίδιο τρόπο που ο βασικός μισθός λειτουργεί ως ανάχωμα στην ακραία εργασιακή εκμετάλλευση.

12. Τα υψηλά ενοίκια προκύπτουν από τα υψηλά κόστη κατασκευής και συντήρησης κατοικίας.

Εννιά στα δέκα ακίνητα που μισθώνονται κατασκευάστηκαν τις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα, και έχουν αποσβεστεί πολλές φορές. Επίσης εφτά στα δέκα ακίνητα που μισθώνονται δεν έχουν ανακαινιστεί ποτέ, πέρα από ένα χέρι μπογιά. Οι εκμισθωτές, στη πλειοψηφία τους, δεν έχουν δαπανήσει ούτε ένα ευρώ για κατασκευή ή ανακαίνιση, και παρ’όλα αυτά προσδοκούν τεράστιες αποδόσεις από τα παλιά και ασυντήρητα σπίτια τους. Οι ενοικιαστ(ρι)ές πληρώνουμε όλο και υψηλότερα μισθώματα για όλο και πιο ακατάλληλα σπίτια. Τα σημερινά ενοίκια δεν αντανακλούν το κόστος κατασκευής ή συντήρησης, αλλά την ισχύ των εκμισθωτών σε μια ασύδοτη αγορά.

13. Η ΠΟΜΙΔΑ είναι ο φορέας που υπερασπίζεται τους μικροϊδιοκτήτες στην Ελλάδα.

Η ΠΟΜΙΔΑ παρουσιάζεται ως ένωση ιδιοκτητών, αλλά εκπροσωπεί κυρίως τα συμφέροντα των εκμισθωτών και των εισοδηματιών. Δεν υπερασπίζεται τους υπερχρεωμένους ιδιοκατοίκους που χάνουν τα σπίτια τους από τράπεζες, servicers και funds, ούτε τους φτωχοποιημένους ιδιοκτήτες που αδυνατούν να συντηρήσουν την κατοικία τους. Τα αιτήματά της επικεντρώνονται σε χαμηλότερους φόρους, ευκολότερες εξώσεις, αυξημένη εξουσία των εκμισθωτών και διατήρηση των υψηλών αποδόσεων.

14. Τα υψηλά ενοίκια οφείλονται σε κακοπληρωτές ενοικιαστές που μένουν χρόνια σε σπίτια χωρίς να πληρώνουν.

Το αφήγημα του «κακοπληρωτή» διογκώνει ένα αμφισβητούμενο «φαινόμενο» για να στοχοποιήσει συνολικά όσους ζουν στο ενοίκιο και να δικαιολογήσει τις πρακτικές αισχροκέρδειας. Με τον νόμο 4055/2012, οι εκμισθωτές έχουν το δικαίωμα για έξωση-εξπρές από την πρώτη καθυστέρηση ενοικίου! Είναι πρακτικά αδύνατον κάποιος ενοικιαστής να μην πληρώνει ενοίκια για χρόνια. Πράγματι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ, τα ανείσπρακτα ενοίκια για το 2025 αντιστοιχούν σε μόλις 0,18% του συνόλου (15 εκ. έναντι 8 δις). Αυτά τα – ελάχιστα – ανείσπρακτα ενοίκια δεν οφείλονται στην ανύπαρκτη φιγούρα του «κακοπληρωτή ενοικιαστή» που κατασκευάζει η ΠΟΜΙΔΑ, αλλά στις παράλογες, ανεξέλεγκτες αυξήσεις των ενοικίων – 7% με 8% ετησίως συμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, με σωρευτική αύξηση 100% την τελευταία δεκαετία – που φέρνουν τα νοικοκυριά σε απόγνωση. Το πραγματικό «φαινόμενο» είναι ότι, παρά τις παράλογες αυξήσεις και τα στάσιμα εισοδήματα, το 99,82% των ενοικίων πληρώνονται στην ώρα τους!

15. Το πιστοποιητικό φερεγγυότητας, ο λεγόμενος «Τειρεσίας ενοικιαστών», είναι απαραίτητο μέτρο για να αποκτήσουν εμπιστοσύνη οι εκμισθωτές και να βγάλουν τα κενά τους ακίνητα στην αγορά.

Ένα τέτοιο σύστημα δεν λύνει τη στεγαστική κρίση, αλλά ποινικοποιεί τη φτώχεια. Σε μια χώρα με επισφαλή εργασία, υψηλό κόστος ζωής, μηδενική κοινωνική κατοικία και κανένα ουσιαστικό πλαφόν στα ενοίκια, όπου τα μισά νοικοκυριά έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, ο «Τειρεσίας ενοικιαστών» θα λειτουργήσει ως μηχανισμός μαζικού αποκλεισμού από τη στέγη. Όσοι έχουν οικονομικές δυσκολίες θα χαρακτηρίζονται «αφερέγγυοι» και θα αποκλείονται από την ιδιωτική ενοικίαση, χωρίς να έχουν καμία δημόσια εναλλακτική. Τα όποια ζητήματα φερεγγυότητας μπορούν να αντιμετωπιστούν με ένα δημόσιο ταμείο ασφάλισης των μισθώσεων, όπως γίνεται στην Ισπανία, όχι με μαύρες λίστες ενοικιαστών που αποτελούν εισιτήριο για την αστεγία.